Πρόκειται για μια επέμβαση που αποσκοπεί στο να δοθεί όγκος στην περιοχή των μαστών.

Συνήθως συνιστάται όταν υπάρχει συγγενής μικρομαστία, απλασία ή ανισομαστία.

Μπορεί επίσης να ενδείκνυται στην περίπτωση μιας επίκτητης μικρομαστίας (απότομο αδυνάτισμα ή μετά την εγκυμοσύνη).

Γίνεται σε γυναίκες που έχουν ενηλικιωθεί, έτσι ώστε να έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη του σώματός τους και κατά συνέπεια και των μαστών.

Η επέμβαση γίνεται με γενική αναισθησία αφού έχουν ολοκληρωθεί οι προεγχειρητικές εξετάσεις και έχει μελετηθεί το ιατρικό ιστορικό.

Πάντα πρέπει προεγχειρητικά, να ζητείται υπερηχογράφημα μαστών και μετά τα 35 και μαστογραφία.

Διεγχειρητικά, δημιουργείται μία θήκη κάτω από τον αδένα-μαστό ή κάτω από τον μείζονα θωρακικό μυ κάθε ημιθωρακίου.

Το κριτήριο για την τοποθέτηση του ενθέματος, είναι κυρίως το πάχος του μαζικού αδένος και του λίπους στην στερνική πλευρά του κάθε μαστού, έτσι ώστε να καλυφθεί το ένθεμα και να μην διαγράφεται μετεγχειρητικά.

Στις περιπτώσεις που έχουμε και περίσσεια δέρματος με πτώση της θηλής (μετά από αδυνάτισμα, εγκυμοσύνες κ.λ.π.) καλό είναι να τοποθετούνται τα ενθέματα κάτω από τον μείζονα θωρακικό μυ και εν συνεχεία κατά τον ίδιο χειρουργικό χρόνο να γίνεται ανόρθωση των μαστών.
Η προσπέλαση της περιοχής, γίνεται με περιθηλαία, υπομάστιο ή μασχαλιαία τομή και αυτό εκτιμάται κατά περίπτωση.

Τα ενθέματα, τεχνολογικά είναι πλέον πολύ εξελιγμένα και ασφαλή.

Κατά καιρούς έχουν χρησιμοποιηθεί ενθέματα από πολυουραιθάνη ή σιλικόνη στο περίβλημά τους ενώ εσωτερικά μπορεί να περιέχουν ζελέ σιλικόνης, φυσιολογικό ορρό ή συνεκτικό ζελέ σιλικόνης.

Τα πιο εξελιγμένα σήμερα θεωρούνται αυτά, τα οποία έχουν περίβλημα τραχείας επιφανείας και στο εσωτερικό τους περιέχουν συνεκτικό ζελέ σιλικόνης.

Ο οργανισμός, φυσιολογικά, δημιουργεί γύρω από τα ενθέματα μία προστατευτική μεμβράνη (αντιδραστική κάψα).

Σε κάποιες περιπτώσεις (σπάνιες πλέον), η κάψα αυτή μπορεί να γίνει πολύ σκληρή και να χρειαστεί να αφαιρεθεί με επανεγχείρηση.

Κριτήριο για τον τύπο και το μέγεθος του ενθέματος, είναι βέβαια, οι προσδοκίες της ασθενούς, αλλά κυρίως οι δυνατότητες που έχουμε από τις ίδιες τις διαστάσεις του θώρακός της (τα ενθέματα ακουμπούν επάνω στο θωρακικό τοίχωμα).

Εδώ αξίζει να τονίσουμε, ότι για οποιαδήποτε αισθητική επέμβαση, οι υπερβολές έχουν πάντα αντίθετα, από τα αναμενόμενα, αποτελέσματα.
Η ασθενής, μετά την επέμβαση, παραμένει συνήθως για μία ημέρα στο νοσοκομείο.

Εξέρχεται την επομένη φορώντας ελαστικό αθλητικό σουτιέν.

Η τοποθέτηση κάτω από τον μυ, συνοδεύεται από κάποιο μετεγχειρητικό πόνο για 2-3 μέρες που αντιμετωπίζεται με ήπια παυσίπονα.

Το αποτέλεσμα (ιδιαίτερα στις αδύνατες γυναίκες) δικαιώνει την επιλογή.

Είναι πολύ σημαντικό, να διευκρινίσουμε ότι η τοποθέτηση ενθεμάτων, δεν διαταρράσει την λειτουργικότητα των μαστών.

Η γυναίκα παρακολουθεί την απόλυτα φυσιολογική αυξομείωση του όγκου των μαστών της, πριν και μετά από κάθε περίοδο, μπορεί να μείνει έγκυος και μπορεί να θηλάσει με ασφάλεια.

Οι μαστοί μπορούν και πρέπει να ελέγχονται στην συνέχεια, ψηλαφητικά και παρακλινικά με μαστογραφία (μετά τα 33-35), υπερηχογράφημα και εάν χρειαστεί με μαγνητική τομογραφία.

Αναμφίβολα, μία επιτυχής επέμβαση στο στήθος, τονώνει την ψυχολογία της γυναίκας και της δημιουργεί μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Το μέγεθος του μαστού που θα προκύψει καθορίζεται από τις διαστάσεις του θώρακος της ίδιας της ασθενούς.

Θα πρέπει η θήκη που θα δημιουργηθεί για να τοποθετηθεί το ένθεμα σε κάθε πλευρά να πλησιάζει προς το στέρνο αφήνοντας μια νησίδα 2-3cm μεταξύ των μαστών.

Το πλαϊνό όριο της θήκης πρέπει να εκτείνεται μέχρι την πρόσθια μασχαλιαία γραμμή.

Δεν ενδείκνυται η τοποθέτηση πολύ μεγάλων ενθεμάτων και για λόγους αισθητικής εμφάνισης αλλά και λειτουργικούς.

Ενας μέτριος μαστός είναι πιο εύκολο να εξεταστεί και με την ψηλάφιση αλλά και με οποιαδήποτε απεικονιστική μέθοδο (μαστογραφία, υπερηχογράφημα ή MRI).