Όλες οι γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε μαστεκτομή μπορούν να προχωρήσουν σε πλαστική αποκατάσταση του στήθους τους, μεθ’ ελαχίστων εξαιρέσεων. Η αποκατάσταση του στήθους ταυτόχρονα με τη μαστεκτομή, ιδίως σε νεαρές ασθενείς, προλαμβάνει τις επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής, το δικαιολογημένο άγχος για την σωματική εικόνα και κυρίως τις διαταραχές της σεξουαλικής ζωής.

Είναι γεγονός βέβαια ότι πολλές φορές και ανάλογα με την σταδιοποίηση της νόσου, προτιμάται η αποκατάσταση του μαστού σε απότερο χρόνο.
Η μέθοδος αποκατάστασης, που εφαρμόζεται εξαρτάται από τεχνικής πλευράς από τις ανατομικές ιδιαιτερότητες κάθε γυναίκας αλλά και από τη μετά τη μαστεκτομή θεραπεία (ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία).

Η επέμβαση γίνεται με γενική αναισθησία και διαρκεί ανάλογα με την μέθοδο που θα επιλεγεί από 2 έως 3 ώρες. Απαιτεί παραμονή στο νοσοκομείο για 1 -2 ημέρες.

Οι βασικότερες μέθοδοι αποκατάστασης τεχνικά είναι:

* Με ενθέματα: αν δεν απαιτείται ακτινοβολία, οπότε το δέρμα διατηρεί την ελαστικότητά του τοποθετείται κάτω από τον μείζονα θωρακικό και τον πρόσθιο οδοντωτό μυ στην περιοχή όπου έγινε η μαστεκτομή ένας διατατήρας ιστών με τη βοήθεια του οποίου κερδίζουμε δέρμα. Όταν επιτευχθεί ο αναμενόμενος όγκος με τη σταδιακή διάταση του διατατήρος, ακολουθεί η αντικατάστασή του με μόνιμο ένθεμα σιλικόνης. Κατά τον ίδιο χρόνο εάν ο άλλος μαστός είναι μεγαλύτερος γίνεται μειωτική ή αυξητική εάν είναι πολύ μικρός, ώστε να αποκατασταθεί η συμμετρία.
Πρόκειται, λοιπόν, για δύο επεμβάσεις, η μία για την τοποθέτηση του διατατήρα και η δεύτερη για την αντικατάστασή του με το μόνιμο ένθεμα. Και οι δύο είναι απλές. Μετεγχειρητικά τα συμπτώματα και η ανάρρωση είναι παρόμοια με αυτά της αυξητικής στήθους με ενθέματα, τα οποία τοποθετούνται κάτω από τον μείζονα θωρακικό μυ.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η περιοχή του ημιθωρακίου έχει υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία και έχει χάσει την ελαστικότητά του χρησιμοποιείται για την κάλυψη του διατατήρος και του ενθέματος ο πλατύς ραχιαίος μυς (βρίσκεται στην ραχιαία επιφάνεια του κορμού) μόνος του ή με νησίδα δέρματος της περιοχής της ράχεως.

* Με μεταφορά ιστών: Εφόσον υπάρχει περίσσεια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το δέρμα και το υποδόριο του υπογαστρίου (της περιοχής από τον ομφαλό μέχρι το εφήβαιο), το οποίο μεταφέρεται στην περιοχή από όπου έχει αφαιρεθεί ο μαστός. Η μεταφορά γίνεται με τη χρήση μίσχου του ορθού κοιλιακού μυός ή ελεύθερα, οπότε στην συγκεκριμένη περίπτωση χρειάζεται μικροχειρουργική αναστόμωση στα έσω μαστικά αγγεία. Ταυτόχρονα γίνεται και κοιλιοπλαστική.

* Ελεύθερη μεταφορά δέρματος & και του λιπώδους ιστού του υπογαστρίου. Η επέμβαση αυτή αφορά στη μεταφορά αιματούμενου ιστού από το κάτω μέρος της κοιλιακής χώρας, χωρίς την χρησιμοποίηση του ορθού κοιλιακού μυός (DIEP Flap). Η μέθοδος αποδίδει εξαιρετικό αποτέλεσμα επανόρθωσης με υφή δέρματος συμβατή με του μαστού. Η ταυτόχρονη κοιλιοπλαστική είναι αναγκαία και στην περίπτωση αυτή. Η επέμβαση είναι λιγότερο απλή και επιβάλλει νοσηλεία της ασθενούς για λίγες μέρες.
Η αποκατάσταση της θηλής σε όλες τις μεθόδους γίνεται με τοπικό δέρμα (τοπικός κρημνός) ή με τμήμα της θηλής του άλλου μαστού και της θηλαίας άλω με μόσχευμα που λαμβάνεται από πιο σκουρόχρωμη περιοχή του σώματος της ασθενούς ή γίνεται tattoo», ολοκληρώνει ο γιατρός.

Η επέμβαση της χειρουργικής αποκατάστασης του στήθους από μαστεκτομή δεν ενέχει τον κίνδυνο μιας ανακριβούς ή καθυστερημένης διάγνωσης κάποιου νέου νεοπλάσματος στο στήθος ή πιθανής επανεμφάνισης του όγκου. Τα σύγχρονα διαγνωστικά μέσα (ψηφιακός μαστογράφος, μαγνητικός τομογράφος) δεν αφήνουν τέτοια περιθώρια.

Η επανορθωτική πλαστική χειρουργική διορθώνει και εκ γενετής (συγγενείς) ανωμαλίες ή δυσμορφίες του μαστού όπως η υπο-πλασία, η ανισομαστία, οι σωληνωτοί μαστοί ή εισολκή της θηλής, κ.λ.π.